Μπορεί μια αστυνομική σειρά να είναι χορταστική χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός ή να γίνει κάποιο ξέφρενο κυνηγητό στους δρόμους; Στην περίπτωση του “The Killing” μπορεί και με το παραπάνω.
Η Σάρα Λίντεν (Mireille Enos), χωρισμένη αστυνομικός με ένα παιδί, περνάει μια τελευταία μέρα στην πόλη του Seattle, έχοντας ετοιμάσει τις βαλίτσες της για την Καλιφόρνια να συναντήσει το νέο της σύντροφο. Ήδη έχει φτάσει στο τμήμα ο αντικαταστάτης της Στίβεν Χόλντερ (Joel Kinnaman), προερχόμενος από τη δίωξη ναρκωτικών.
Η φαινομενική ρουτίνα διαταράσσεται από την καταγγελία για μία εξαφάνιση, μια νεαρής κοπέλας, της Ρόζι Λάρσεν. Δυστυχώς, η αναζήτησή της, καταλήγει στην ανακάλυψη του κακοποιημένου σώματος της νεαρής στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου. Η πρώτη έρευνα δείχνει ότι το αυτοκίνητο ανήκει στην προεκλογική ομάδα του πολλά υποσχόμενου υποψήφιου δήμαρχου της πόλης, του Ντάνιελ Ρίτσμοντ. Η Λίντεν αναβάλλει την αναχώρησή της για λίγες μέρες, νομίζοντας ότι πρόκειται για μια εύκολη υπόθεση. Όμως, τα πράγματα εξελίσσονται εντελώς διαφορετικά. Όλα τα στοιχεία της έρευνας οδηγούν σε αδιέξοδα ή σε ακόμη περισσότερες νεφελώδεις ενδείξεις για την ταυτότητα του ενόχου. Ταυτόχρονα, παρακολουθούμε τις αντιδράσεις των γονιών της νεκρής, τις σχέσεις της, το “σκοτεινό” ποιόν της, ενώ οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη με καταιγιστικούς ρυθμούς.
To “The Killing” είναι μια…βαριά σειρά, που ξεφεύγει από τα τετριμμένα όρια μιας αμιγούς αστυνομικής ιστορίας. Το κεντρικό θέμα της αφορά τον τραγικό θάνατο μιας νεαρής κοπέλας. Όμως, δεν προσπαθεί να εξιδανικεύσει το θύμα. Αντίθετα, παρατηρούμε ότι η Ρόζι δεν είναι τόσο αθώα, όσο θα έπρεπε για ένα κορίτσι της ηλικίας της. Ίσως αυτό να είναι ένα μεγάλο ατού. Δεν αφήνει το θεατή να νιώσει άμεσα την αυτονόητη συμπόνια για την νεκρή και φυσικά για τους οικείους της.
Οι ερμηνείες της σειράς δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από μία μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή. Χαμηλοί τόνοι, σκοτεινά βλέμματα, πόνος, θύμος. Συναισθήματα έκδηλα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, υπάρχουν στιγμές που νιώθεις το στομάχι σου να σφίγγεται. Οι γονείς της άτυχης κοπέλας είναι συγκλονιστικοί, χωρίς καμία απολύτως ερμηνευτική υπερβολή. Οι εναλλαγές θυμού και πόνου για το χαμένο τους παιδί, αντικατοπτρίζονται σε ολόκληρο το σώμα τους, σ’ ένα βλέμμα, σ’ έναν, σχεδόν αδιόρατο, μορφασμό.
Οι δύο πρωταγωνιστές, η Mireille Enos και ο Joel Kinnaman, είναι εξίσου άψογοι. Μια δήθεν ντελικάτη παρουσία, η πρώτη, συχνά αμίλητη, με ψυχρό, αλλά σπινθηροβόλο βλέμμα. Απρόσιτη στη δουλειά της, τρυφερή και γλυκιά μητέρα του μονάκριβου γιου της. Βρίσκεται σ’ ένα τραγικό δίλημμα: από τη μια το καθήκον, να βρει έναν δολοφόνο, από την άλλη η απόφαση να ξεκινήσει τη ζωή της από την αρχή, φεύγοντας από την πόλη.
Ο Kinnaman, από την άλλη, είναι ένας αντι-ήρωας μπάτσος, το κάτι άλλο. Βαριέται να μιλήσει, καπνίζει αρειμανίως, ανορθόδοξος στις μεθόδους του, αλλά αποτελεσματικός. Φαινομενικά αταίριαστος με τη συμπρωταγωνίστριά του, αλλά το τελικό αποτέλεσμα παρουσιάζει ένα καθ’ όλα άψογο ερμηνευτικό δίδυμο.
Σαν σύνολο, πρόκειται για μια παραγωγή που φέρνει λίγο στο μυαλό τον “ύποπτο κόσμο” του αξεπέραστου “Twin Peaks”. Σκοτεινό, στενάχωρη υπόθεση, ομιχλώδες σκηνικό σηνη πόλη του Seattle, κακία και απανθρωπιά, με ελάχιστες πινελιές ευαισθησίας. Ένα ψυχολογικό οδοιπορικό με πολλές ανατροπές και ενδιαφέροντες χαρακτήρες.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Μιλώντας για τα πάντα" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
